διαλάλησις

διαλᾰλ-ησις, εως, ,
A talking, discourse, Sch.Pi.O.7.17 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλαλήσει — διαλάλησις talking fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαλαλήσεϊ , διαλάλησις talking fem dat sg (epic) διαλάλησις talking fem dat sg (attic ionic) διαλαλέω talk with aor subj act 3rd sg (epic) διαλαλέω talk with fut ind mid 2nd sg διαλαλέω talk… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαλήσεις — διαλάλησις talking fem nom/voc pl (attic epic) διαλάλησις talking fem nom/acc pl (attic) διαλαλέω talk with aor subj act 2nd sg (epic) διαλαλέω talk with fut ind act 2nd sg διαλαλέω talk with aor subj act 2nd sg (epic) διαλαλέω talk with fut ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαλήση — διαλάλησις talking fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάληση — η (Α διαλάλησις, εως) [διαλαλώ] 1. γνωστοποίηση με κήρυκα, κοινολόγηση 2. διασυρμός, διαπόμπευση 3. διάδοση μυστικού αρχ. λόγος εκφερόμενος σε δημόσιο χώρο …   Dictionary of Greek

  • διαλαλήσεως — διαλαλήσεω̆ς , διαλάλησις talking fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.